δίδυμος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δίδυμος¹
- ˈði.ði.mos
Where it comes from
δίδυμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δίδυμος < (δίς) δί- + -δυ + -μος (εκφραστικός αναδιπλασιασμός του δύο)
adjective δίδυμος · δίδυμη · δίδυμο · δίδυμου · δίδυμης
- που κυοφορήθηκε και γεννήθηκε με άλλον έναν αδελφό ή αδελφή δίδυμα αδέλφια
- αυτοί που αποτελούνται από δύο όμοια στοιχεία δίδυμα πυροβόλα, δίδυμοι πύργοι
Similar: γέμελος, γέμελλος, παρωχημένο, μπινάρης, μπινιάρης, διπλάρης, διπλάρικος, δυμάρης, δυόμελος, ζιμπραγός, τζιμπραγός, τζυμπραγός, συμπραγός, τσιμπραγά
noun δίδυμος · δίδυμη · δίδυμο · δίδυμου · δίδυμης
- ο ένας από τους δίδυμους αδελφούς ιδανικοί / γνήσιοι / με την απόλυτη έννοια δίδυμοι ονομάζονται οι ομοζυγώτες δίδυμοι, δηλαδή εκείνοι που προέρχονται από τη διαίρεση ενός μόνο γονιμοποιημένου ωαρίου
Δίδυμος²
Where it comes from
Δίδυμος < δίδυμος
proper noun Δίδυμος · Διδύμου · Didymos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: γέμελος, γέμελλος, παρωχημένο, μπινάρης, μπινιάρης, διπλάρης, διπλάρικος, δυμάρης, δυόμελος, ζιμπραγός, τζιμπραγός, τζυμπραγός, συμπραγός, τσιμπραγά
In English
Talk about this word "δίδυμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δίδυμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82 "δίδυμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δίδυμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}