δίκαιο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δίκαιο
- ˈði.ce.o
Where it comes from
δίκαιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίκαιον < δίκαιος. Συγκρίνετε με τη λέξη δίκιο.
noun δίκαιο
- αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης το κοινό περί δικαίου αίσθημα
- σύνολο κανόνων γραπτών (νομοθεσία) ή άγραφων που ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή, τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και κράτους κλπ. το ρωμαϊκό δίκαιο, το εθιμικό δίκαιο, αστικό δίκαιο, ποινικό δίκαιο, διεθνές δίκαιο
In English
- law body of rules established in a community by its authorities
Talk about this word "δίκαιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. δίκαιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF "δίκαιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δίκαιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}