δίκαιο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δίκαιο

  • ˈði.ce.o

Where it comes from

δίκαιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίκαιον < δίκαιος. Συγκρίνετε με τη λέξη δίκιο.

noun δίκαιο

  1. αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης το κοινό περί δικαίου αίσθημα
  2. σύνολο κανόνων γραπτών (νομοθεσία) ή άγραφων που ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή, τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και κράτους κλπ. το ρωμαϊκό δίκαιο, το εθιμικό δίκαιο, αστικό δίκαιο, ποινικό δίκαιο, διεθνές δίκαιο

    Similar: κώδικας, νομοθεσία

adjective δίκαιο

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δίκαιος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δίκαιος

In English

  • law body of rules established in a community by its authorities

Talk about this word

Cite this
MLA

"δίκαιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δίκαιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF

Chicago

"δίκαιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δίκαιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}