δίκαννο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δίκαννο
- ˈði.ka.no
Where it comes from
δίκαννο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δίκαννος < δι- + κάννη + -ος
noun δίκαννο · δίκαννα · δίκαννου · δίκαννων
- κυνηγετικό όπλο με δύο κάννες ※ Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκά
In English
- double-barrelled shotgun type of shot-firing gun
Talk about this word "δίκαννο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. δίκαννο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%BF "δίκαννο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δίκαννο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}