δίλημμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δίλημμα
- ˈði.li.ma
Where it comes from
δίλημμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίλημμα. Δείτε δί- (δις) + λῆμμα
noun δίλημμα · διλήμματα · διλήμματος · διλημμάτων
- κατάσταση ή πρόβλημα που περιλαμβάνει δύο επιλογές ή δυνατότητες, από τις οποίες καμία δεν είναι απολύτως ικανοποιητική ή εύκολα επιτεύξιμη, οδηγώντας σε λήψη δύσκολων αποφάσεων ※ Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκά
In English
Talk about this word "δίλημμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. δίλημμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CE%B1 "δίλημμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δίλημμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}