δίοδος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δίοδος

Where it comes from

δίοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίοδος (πέρασμα) < διά (δί-) + ὁδός

: όρος της ηλεκτρολογίας < λόγιο ενδογενές δάνειο: διαγλωσσική ορολογία diode όπως η αγγλική < diode < di- + -ode που δημιουργήθηκε, το 1919, από τον Βρετανό Ουίλιαμ Χένρι Εκλς (William Henry Eccles).

noun δίοδος · δίοδοι · διόδου · διόδων · δίοδο · διόδους

  1. δρόμος που οδηγεί από ένα σημείο σε άλλο, πέρασμα
  2. η ενέργεια της διέλευσης μέσα από οριοθετημένο διάστημα, το πέρασμα απαγορεύεται η δίοδος
  3. figuratively, συνεκδοχικά δρόμος διεξόδου, πέρασμα προς δεν υπάρχει δίοδος προς τη θάλασσα
  4. ηλεκτρολογία ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιτρέπει την κίνηση του ρεύματος μόνο προς μία κατεύθυνση για την ανόρθωση του ρεύματος χρησιμοποιούμε μία δίοδο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δίοδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δίοδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82

Chicago

"δίοδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δίοδος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}