δίπλωμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δίπλωμα

  • ˈði.plo.ma

Where it comes from

δίπλωμα < αρχαία ελληνικήδίπλωμα

noun δίπλωμα · διπλώματα · διπλώματος · διπλωμάτων

  1. το τσάκισμα ενός αντικειμένου με τέτοιο τρόπο, ώστε η αρχική επιφάνειά να μειώνεται κατά το ήμισυ
  2. έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή οργανισμό ότι κάποιος έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του ή ότι έχει επάρκεια γνώσεων ※ Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημά
  3. παλαιογραφία διπλωμένο έγγραφο που διασφαλίζει το περιεχόμενο του με σφραγίδα
  4. familiar, προφορικό η άδεια οδήγησης

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δίπλωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δίπλωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1

Chicago

"δίπλωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δίπλωμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}