δίπλωμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δίπλωμα
- ˈði.plo.ma
Where it comes from
δίπλωμα < αρχαία ελληνικήδίπλωμα
noun δίπλωμα · διπλώματα · διπλώματος · διπλωμάτων
- το τσάκισμα ενός αντικειμένου με τέτοιο τρόπο, ώστε η αρχική επιφάνειά να μειώνεται κατά το ήμισυ
- έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή οργανισμό ότι κάποιος έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του ή ότι έχει επάρκεια γνώσεων ※ Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημά
- διπλωμένο έγγραφο που διασφαλίζει το περιεχόμενο του με σφραγίδα
- η άδεια οδήγησης
In English
- degree academic award
- fold act of folding
- driver's license documenting permitting a person to drive
- diploma certificate
Talk about this word "δίπλωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. δίπλωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1 "δίπλωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δίπλωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}