δαιμονοποιώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δαιμονοποιώ

Where it comes from

δαιμονοποιώ < δαίμων + -ποιώ

verb δαιμονοποιώ · δαιμονοποιούμαι

  1. προβάλλω αδίκως (εν μέρει ή και ολοκληρωτικά) σε ένα παράγοντα όλες τις ευθύνες για τα προσωπικά ή κοινωνικά δεινά και καθώς του μεταβιβάζω με μεταφυσικό τρόπο το σύνολο των ευθυνών, απαλλάσσω από αυτές τους κυρίως υπεύθυνους (τον εαυτό μου ή εκείνους με τους οποίους δεν έχω τις ψυχικές ή υλικές δυνάμεις να συγκρουστώ) Ένας τυπικός τρόπος άμυνας απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της ζωής, είναι η υπεκφυγή και ένας άλλος η μεταβίβαση της ευθύνης: γονείς, κοινωνία, σχέσεις, δάσκαλοι, όλοι προσφέρονται για να δαιμονοποιηθούν ώστε να γλιτώσουμε την επώδυνη διαδικασία της αυτοκριτικής ή να αναμετρηθούμε με τον πραγματικά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δαιμονοποιώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δαιμονοποιώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E

Chicago

"δαιμονοποιώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δαιμονοποιώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}