δακρυγόνο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δακρυγόνο
Where it comes from
δακρυγόνο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δακρυγόνος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική tear gas)
noun δακρυγόνο · δακρυγόνα · δακρυγόνου · δακρυγόνων
- χημική ουσία —συνήθως σε αεροζόλ ή αέριο— που ερεθίζει έντονα τους οφθαλμούς και το αναπνευστικό, προκαλώντας δακρύρροια και παροδική αδυναμία, και χρησιμοποιείται κυρίως για έλεγχο ή διάλυση πλήθους
In English
- tear gas chemical compound
Talk about this word "δακρυγόνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%85%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. δακρυγόνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%85%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF "δακρυγόνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%85%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δακρυγόνο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%85%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}