δακρύζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δακρύζω

  • ðaˈkɾi.zo

Where it comes from

δακρύζω < αρχαία ελληνική δακρύω < δάκρυ / δάκρυον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dáḱru < *dr̥ḱ-h₂eḱru

verb δακρύζω · δάκρυζα · θα δακρύζω · να δακρύζω · δακρύζοντας

  1. κλαίω, βγάζω δάκρυα (σταγόνες νερού) από τις άκρες των ματιών μου λόγω έντονης λύπης ή χαράς, αλλά και ως φυσιολογική αντίδραση σε εξωτερικό ερέθισμα όπως για παράδειγμα το κόψιμο κρεμμυδιού ※ Ήπια μονορούφι τη βυσσινάδα κι άρχισα να διαβάζω και χωρίς να το θέλω η φωνή μου έτρεμε από συγκίνηση, Αν η Θοδώρα είχε δακρύσει ακούγοντας το γράμμα, η Βασιλική πλάνταξε στο κλάμα. (Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)

In English

  • tear to produce tears

Talk about this word

Cite this
MLA

"δακρύζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δακρύζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%B6%CF%89

Chicago

"δακρύζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δακρύζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}