δαμασκηνός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δαμασκηνός¹

  • ða.ma.sciˈnos

Where it comes from

δαμασκηνός < ελληνιστική κοινή δαμασκηνός < Δαμασκός < βορειοδυτική σημιτικής προέλευσης דמשק

adjective δαμασκηνός · δαμασκηνή · δαμασκηνό · δαμασκηνού · δαμασκηνής

  1. που έχει σχέση με τη Δαμασκό, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτή δαμασκηνό ύφασμα

Δαμασκηνός²

  • ða.ma.sciˈnos

Where it comes from

Δαμασκηνός < δαμασκηνός < ελληνιστική κοινή δαμασκηνός < σημιτικής προέλευσης

proper noun Δαμασκηνός · Δαμασκηνοί · Δαμασκηνού · Δαμασκηνών · Δαμασκηνό · Δαμασκηνούς

  1. demonym, πατριδωνυμικό που κατάγεται από τη Δαμασκό ή κατοικεί εκεί (θηλυκό Δαμασκηνή)
  2. rare, σπάνιο ανδρικό όνομα
  3. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δαμασκηνού)
  4. οικισμός της Άνδρου

Talk about this word

Cite this
MLA

"δαμασκηνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δαμασκηνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"δαμασκηνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δαμασκηνός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}