δανείζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δανείζω

  • ðaˈni.zo

Where it comes from

δανείζω < Ενεργητικές σημασίες < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δανείζω. Παθητικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emprunter. → δείτε δάνειον και δάνειος

verb δανείζω · δανείζων · δάνειζα · δανείσει · δάνεισα · δανείζομαι

  1. δίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει Του δάνεισα το βιβλίο μου.
  2. δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο Η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς.
  3. figuratively, μεταφορικά προσφέρω κάτι που μου ανήκει

In English

  • lend to allow to be used temporarily
  • loan to lend

Talk about this word

Cite this
MLA

"δανείζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δανείζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"δανείζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δανείζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}