मिकविन

δανείστρια

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

δανείστρια

  • ðaˈni.stɾi.a

यह कहाँ से आया

δανείστρια < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δανείστρια

संज्ञा δανείστρια · δανείστριες · δανείστριας · δανειστριών

  1. αυτή που χορηγεί ένα χρηματικό δάνειο ※ Στις συμβάσεις εργασίας που συνάπτουν γυναίκες μνημονεύονται τα εξής γυναικεία επαγγέλματα: τροφός, υπηρέτρια, υφάντρα, ράφτρα, βυρσοδέψις, τσαγκάρισσα, ταβερνάρισσα —αλλά και μαμή και πρακτική γιατρός. Η αμοιβή του άντρα μπορούσε να είναι ακόμη και τριπλάσια από τη γυναικεία. Γυναίκες αναφέρονται

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"δανείστρια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δανείστρια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1

Chicago

"δανείστρια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δανείστρια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}