δαπάνη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δαπάνη

  • ðaˈpa.ni

Where it comes from

δαπάνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δαπάνη

noun δαπάνη · δαπάνες · δαπάνης · δαπανών

  1. το να δίνει κάποιος ένα χρηματικό ποσό για ένα αγαθό ή υπηρεσία
  2. το χρηματικό ποσό που κάποιος δαπανά ※ Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν
  3. figuratively, μεταφορικά το ξόδεμα (δυνάμεων, πόρων κλπ)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δαπάνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δαπάνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7

Chicago

"δαπάνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δαπάνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}