δεδικασμένο
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
δεδικασμένο
- ðe.ði.kaˈzme.no
Откуда оно
δεδικασμένο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής δεδικασμένος: αρχαία ελληνική δεδικασμένον, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δικάζω (ουδέτερο), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική chose jugée
существительное δεδικασμένο
- η δέσμευση που απορρέει από μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση
- δικαστική απόφαση που δεν μπορεί να ακυρωθεί από άλλη και αποτελεί νόμο για την έκδοση απόφασης σε παρόμοια υπόθεση το δεδικασμένο μεταξύ διαδίκων
глагол δεδικασμένο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεδικασμένος
По-английски
- precedent leading case which is cited to justify a judgment
Обсудить это слово "δεδικασμένο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. δεδικασμένο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF "δεδικασμένο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {δεδικασμένο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}