δεδομένος

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

δεδομένος

  • ðe.ðoˈme.nos

Откуда оно

δεδομένος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δεδομένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δίδωμι και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική donnée

глагол δεδομένος · δεδομένη · δεδομένο · δεδομένου · δεδομένης

  1. για ένα γεγονός ή στοιχείο (αριθμητικό, στατιστικό κλπ) που είναι ήδη γνωστό και του οποίου η αλήθεια δεν αμφισβητείται ※ Ὁ κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀν
  2. για κάτι που θεωρούμε ότι αναμφισβήτητα μας ανήκει καμία φιλική ή ερωτική σχέση δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένη
  3. καθορισμένος σε μια δεδομένη στιγμή

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"δεδομένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δεδομένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"δεδομένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δεδομένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}