δεκανίκι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δεκανίκι
Where it comes from
δεκανίκι < → λείπει η ετυμολογία
noun δεκανίκι · δεκανίκια · δεκανικιού · δεκανικιών
-
ψηλή ράβδος με κάθετο στέλεχος που στερεώνεται κάτω από τη μασχάλη· χρησιμοποιείται από άτομα με κατάγματα ή άλλες κακώσεις στα πόδια
※ Πάλι καινούργια κομένα ποδάρια... Και βλέπεις τώρα δεκανίκια και ν' ανεβαίνουν σκάλες, δυο - δυο, στον πηδηχτούλι, σα νάτανε παιδάκια και νάπαιζαν μ' αυτό. Και συ να τύχεις τότε ν' ανεβαίνεις ξοπίσω, και στάλα - στάλα εκείνο το φοβερό παιχνίδι τους, να τύχεις να το παρακολουθάς. Και κάτω απ' το μπ
Similar: πατερίτσα
- οτιδήποτε χρησιμεύει ως στήριγμα σε κάποιον ή κάτι που δεν μπορεί να σταθεί με τις δικές του δυνάμεις είναι καιρός να γίνεις ανεξάρτητος οικονομικά και να πάψεις να στηρίζεσαι στα δεκανίκια του πατέρα σου
In English
- crutch device to assist in motion as a cane
Talk about this word "δεκανίκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. δεκανίκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B9 "δεκανίκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δεκανίκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}