δεκανίκι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δεκανίκι

Where it comes from

δεκανίκι < → λείπει η ετυμολογία

noun δεκανίκι · δεκανίκια · δεκανικιού · δεκανικιών

  1. ψηλή ράβδος με κάθετο στέλεχος που στερεώνεται κάτω από τη μασχάλη· χρησιμοποιείται από άτομα με κατάγματα ή άλλες κακώσεις στα πόδια ※ Πάλι καινούργια κομένα ποδάρια... Και βλέπεις τώρα δεκανίκια και ν' ανεβαίνουν σκάλες, δυο - δυο, στον πηδηχτούλι, σα νάτανε παιδάκια και νάπαιζαν μ' αυτό. Και συ να τύχεις τότε ν' ανεβαίνεις ξοπίσω, και στάλα - στάλα εκείνο το φοβερό παιχνίδι τους, να τύχεις να το παρακολουθάς. Και κάτω απ' το μπ

    Similar: πατερίτσα

  2. figuratively, μεταφορικά, με απαρέσκεια οτιδήποτε χρησιμεύει ως στήριγμα σε κάποιον ή κάτι που δεν μπορεί να σταθεί με τις δικές του δυνάμεις είναι καιρός να γίνεις ανεξάρτητος οικονομικά και να πάψεις να στηρίζεσαι στα δεκανίκια του πατέρα σου

In English

  • crutch device to assist in motion as a cane

Talk about this word

Cite this
MLA

"δεκανίκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δεκανίκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B9

Chicago

"δεκανίκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δεκανίκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}