δελεάζω
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
δελεάζω
- ðe.leˈa.zo
由来
δελεάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δελεάζω < δέλεαρ
動詞 δελεάζω · δελέασα · δελεάζομαι · δελεάστηκα · δελεασμένος
- προσπαθώ να πείσω κάποιον (ο οποίος συχνά διστάζει για ηθικούς ή πρακτικούς λόγους) να προβεί σε κάποια ενέργεια, προβάλλοντάς του ένα κέρδος που θα έχει, ένα δέλεαρ ※ Συνολικά οι απολαβές του θα ξεπερνούν το 1 εκατ. ευρώ, ενώ υπήρχε η πληροφορία ότι για να τον δελεάσει του υποσχέθηκε το 15% σε περίπτωση μεταγραφής του σε ομάδα του εξωτερικού! ("Με e-mail οι προτάσεις σε Σκόκο και Μπλάνκο", εφημερίδα Απογευματινή, 15 Σεπτεμβρίου 2010)
- αποτελώ δέλεαρ, κίνητρο για μια πράξη, για την οποία συχνά υπάρχουν δισταγμοί, ηθικές ή άλλου είδους αναστολές ※ Είναι το μεγάλο ποσό που τους δελεάζει ... Ερχονται να παίξουν ακόμα και όσοι συνήθως δεν παίζουν...» ("Κοσμοσυρροή για τον «χρυσό» Τζόκερ", εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 15 Απριλίου 2010)
類義語・対義語
英語で
- decoy to act as, or use, a decoy
この単語について話す "δελεάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. δελεάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%AC%CE%B6%CF%89 "δελεάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%AC%CE%B6%CF%89.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {δελεάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}