믹윈

δεμένος

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

δεμένος

  • ðeˈme.nos

어원

δεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δένω

동사 δεμένος · δεμένη · δεμένο · δεμένου · δεμένης

  1. που τον έχουν δέσει δεμένος με σχοινί

    비슷한 말: δέσμιος, δετός · 반의어: άδετος, λυμένος, λυτός, ξεδεμένος

  2. figuratively, μεταφορικά που έχει εσωτερική συνοχή το κείμενό του είναι καλογραμμένο, δεμένο, χωρίς πλατειασμούς
  3. τυπογραφία που έχει βιβλιοδετηθεί

    반의어: άδετος

  4. especially, τυπογραφία, ειδικότερα που έχει βιβλιοδετηθεί με σκληρό εξώφυλλο ※ Το είχε τοποθετημένο στη μέση της βιβλιοθήκης ακριβώς, απάνω σ' ένα χοντρό δεμένο λεξικό. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"δεμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δεμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"δεμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δεμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}