δεμένος
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
δεμένος
- ðeˈme.nos
어원
δεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δένω
동사 δεμένος · δεμένη · δεμένο · δεμένου · δεμένης
-
που τον έχουν δέσει
δεμένος με σχοινί
비슷한 말: δέσμιος, δετός · 반의어: άδετος, λυμένος, λυτός, ξεδεμένος
- που έχει εσωτερική συνοχή το κείμενό του είναι καλογραμμένο, δεμένο, χωρίς πλατειασμούς
-
που έχει βιβλιοδετηθεί
반의어: άδετος
- που έχει βιβλιοδετηθεί με σκληρό εξώφυλλο ※ Το είχε τοποθετημένο στη μέση της βιβλιοθήκης ακριβώς, απάνω σ' ένα χοντρό δεμένο λεξικό. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])
이 단어에 대해 이야기하기 "δεμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δεμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "δεμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {δεμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}