δεσμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δεσμός

  • ðeˈzmos

Where it comes from

δεσμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δεσμός. Για την ερωτική σχέση και τον χημικό όρο, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική lien και από την αγγλική bond

noun δεσμός · δεσμοί · δεσμά · δεσμού · δεσμών

  1. οτιδήποτε συνδέει μεταξύ τους δύο άτομα ή σύνολα από συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική κ.α. άποψη οι ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς
  2. η ερωτική σχέση η Μαρία έχει δεσμό με τον Ηλία εδώ και τρία χρόνια
  3. το πρόσωπο με το οποίο κάποιος διατηρεί ερωτική σχέση Η Μαρία μετά από τρία χρόνια αποφάσισε να μας συστήσει το δεσμό της
  4. χημεία η δύναμη που αλληλεπιδρά μεταξύ γειτονικών ατόμων και τα κάνει να σχηματίζουν μια χημική ένωση
  5. κόμπος στη φράση: ο Γόρδιος δεσμός

In English

  • affiliation The relationship resulting from affiliating one thing with another
  • ligature act of tying

Talk about this word

Cite this
MLA

"δεσμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δεσμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"δεσμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δεσμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}