δεσμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δεσμός
- ðeˈzmos
Where it comes from
δεσμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δεσμός. Για την ερωτική σχέση και τον χημικό όρο, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική lien και από την αγγλική bond
noun δεσμός · δεσμοί · δεσμά · δεσμού · δεσμών
- οτιδήποτε συνδέει μεταξύ τους δύο άτομα ή σύνολα από συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική κ.α. άποψη οι ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς
- η ερωτική σχέση η Μαρία έχει δεσμό με τον Ηλία εδώ και τρία χρόνια
- το πρόσωπο με το οποίο κάποιος διατηρεί ερωτική σχέση Η Μαρία μετά από τρία χρόνια αποφάσισε να μας συστήσει το δεσμό της
- η δύναμη που αλληλεπιδρά μεταξύ γειτονικών ατόμων και τα κάνει να σχηματίζουν μια χημική ένωση
- κόμπος στη φράση: ο Γόρδιος δεσμός
In English
- affiliation The relationship resulting from affiliating one thing with another
- ligature act of tying
Talk about this word "δεσμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. δεσμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "δεσμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δεσμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}