Μίκουιν

δηκτικός

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

δηκτικός

  • ði.ktiˈkos

Από πού έρχεται

δηκτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δηκτικός < δάκνω (δαγκώνω)

επίθετο δηκτικός · δηκτική · δηκτικό · δηκτικού · δηκτικής

  1. literally, κυριολεκτικά που δαγκώνει, δαγκωνιάρης
  2. figuratively, μεταφορικά που θίγει, που πειράζει, που προκαλεί λόγω της οξύτητάς του δηκτικός λόγος, δηκτικός υπαινιγμός

    Παρόμοιες: καυστικός, οξύς, αιχμηρός

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"δηκτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δηκτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"δηκτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δηκτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}