δηλητηριάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δηλητηριάζω

Where it comes from

δηλητηριάζω < δηλητήριον < δήλησις (όλεθρος) < δηλεόμαι

verb δηλητηριάζω

  1. προσθέτω δηλητήριο (τοξική ουσία) σε κάτι δηλητηρίασαν το κρασί του με σκοπό να τον εξοντώσουν
  2. δίνω ή εισάγω σε ζωντανό οργανισμό βλαπτικές, τοξικές ουσίες, σκόπιμα ή από αμέλεια, με αποτέλεσμα να βλάψω σοβαρά την υγεία του ή να τον σκοτώσω Οι υπολογιστές της Δύσης δηλητηριάζουν τα παιδιά της Αφρικής (TV Χωρίς Σύνορα, 7 Δεκεμβρίου 2009)
  3. figuratively, μεταφορικά κάτι ή κάποιος με την παρουσία του ή τις πράξεις του, εισάγει σε μια κατάσταση στοιχείο που την αλλάζει προς το χειρότερο, ώστε οι επιθυμητές εξελίξεις πιθανόν να μην είναι πια εφικτές οι πελατειακές σχέσεις δηλητηριάζουν την πολιτική ζωή του τόπου

In English

  • poison to use poison to kill or paralyse — see also envenom, intoxicate

Talk about this word

Cite this
MLA

"δηλητηριάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δηλητηριάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"δηλητηριάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δηλητηριάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}