δημοτική
Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
δημοτική
- ði.mo.tiˈci
Nó đến từ đâu
δημοτική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική démotique < αρχαία ελληνική δημοτική, θηλυκό του δημοτικός < δῆμος
danh từ δημοτική · δημοτικής
- η γλώσσα που μιλιέται από το λαό
- η ελληνική γλώσσα των νεότερων χρόνων όπως μιλήθηκε από το λαό και καλλιεργήθηκε στη λογοτεχνία, σε αντίθεση με λόγιες, αρχαΐζουσες τάσεις, όπως η καθαρεύουσα Κατηγορία:Δημοτική (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό (λέξεις της δημοτικής που δεν συνηθίζονται στην κοινή νεοελληνική)
- (προφορικά, υπονοείται) η επίσημη νεοελληνική γλώσσα (κοινή νεοελληνική) Μιλάω, και αρχαία, και δημοτική.
tính từ δημοτική · δημοτικής
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοτικός η δημοτική αρχή, η δημοτική αγορά της γειτονιάς μας
Bằng tiếng Anh
- Demotic Greek Modern Greek vernacular language
Trò chuyện về từ này "δημοτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. δημοτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "δημοτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {δημοτική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}