δημόσιες σχέσεις

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δημόσιες σχέσεις

  • ðiˈmo.si.es ˈsçe.sis

Where it comes from

δημόσιες σχέσεις < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική public relations ή γαλλική relations publiques. → δείτε και τις λέξεις δημόσιος και σχέση

noun δημόσιες σχέσεις · δημοσίων σχέσεων

  1. το σύνολο των ενεργειών ενός προσώπου, μιας επιχείρησης ή ενός προϊόντος με σκοπό τη δημιουργία ευνοϊκής εικόνας για αυτά ※ Στόχος των δημοσίων σχέσεων είναι να διασφαλίσουν θετική κάλυψη στα MME, χρησιμοποιώντας τις γνωστές τακτικές με τις συνεντεύξεις Τύπου, τη διοχέτευση ρεπορτάζ απευθείας σε δημοσιογράφους, τη διοργάνωση εκδηλώσεων που ελκύουν την προσοχή. Δεδομένου, όμως, ότι οι δημόσιες σχέσεις κερδίζουν από τα κ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δημόσιες σχέσεις." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δημόσιες σχέσεις. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82

Chicago

"δημόσιες σχέσεις." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δημόσιες σχέσεις},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}