米克温

διάβαση

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

διάβαση

  • ˈði̯a.va.si

它从哪里来

διάβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάβα(σις) + -ση < διά- + βαίνω

名词 διάβαση · διαβάσεις · διάβασης · διαβάσεων

  1. η ενέργεια του διαβαίνω, το πέρασμα Η διάβαση του ποταμού ήταν δύσκολη σ' αυτό το σημείο.
  2. το μέρος που επιτρέπει σε κάποιον να περάσει από ένα σημείο σε ένα άλλο κατασκευή υπέργειας / υπόγειας διάβασης πεζών
  3. αστρονομία φαινόμενο που δίνει την εντύπωση στον επίγειο παρατηρητή πως ένα ουράνιο σώμα διέρχεται μπροστά από τον δίσκο ενός άλλου, μεγαλύτερου η διάβαση της Αφροδίτης / του Ερμή μπροστά από τον Ήλιο

英语

  • pass opening, road, or track, available for passing — see also mountain pass, passage
  • passage part of a journey
  • transit astronomy: passage of a celestial body

讨论这个词

引用
MLA

"διάβαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάβαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"διάβαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάβαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}