διάβημα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διάβημα

  • ˈði̯a.vi.ma

Where it comes from

διάβημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάβημα < αρχαία ελληνική διαβαίνω < διά- + βαίνω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική démarche)

noun διάβημα · διαβήματα · διαβήματος · διαβημάτων

  1. οι προσπάθειες και οι ενέργειες που κάνει κάποιος, προκειμένου να πετύχει κάτι ※ Το ερώτημα τι μπορεί να είναι ένα ερευνητικό διάβημα στον ψυχαναλυτικό χώρο ...
  2. προφορικό ή γραπτό κείμενο διαμαρτυρίας, ιδίως προς δημόσιους φορείς
  3. διπλωματία, πολιτική επίσημη διπλωματική ενέργεια διαμαρτυρίας ή αίτησης Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέδωσαν επίσημο διπλωματικό διάβημα στο Πεκίνο με το οποίο εκφράζουν τις ανησυχίες τους

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διάβημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάβημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"διάβημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάβημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}