διάβολος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διάβολος¹
- ˈðʝa.vo.los
Where it comes from
διάβολος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή διάβολος (αρχαία σημασία: συκοφάντης). διά- + βολ-(ή) (βάλλω) + -ος
noun διάβολος · διάβολοι · διαβόλοι · διαβόλου · διάβολου · διαβόλων
- ο Εωσφόρος, αυτός που προσπαθεί να διαβάλλει τον Θεό στους ανθρώπους, το πνεύμα του κακού, ο αρχηγός των δαιμόνων ※ Ξέρεις ἀφέντη, μιά φορά, σάν 'μουλεγε ὁ παπούς μου, ἦτον εὐχαριστημένοι οἱ ἄνθρωποι νὰ χάσουν ἑκατὸ ἢ καὶ διακόσια σκοῦδα· παρὰ νὰ δώσουν ἕνα ὅρκον, τώρα ὅμως ἂν ἐξοδεύσῃς τὰ διακόσια σκοῦδα εὑρίσκεις ἑκατὸν μάρτυρας, οἵτινες δύνανται νὰ ὀρκισθῶσιν, ὅτι ὁ διάβολος μαγειρεύει πολέντα. (Διονύσιος Μο
- άνθρωπος που ασκεί τις ικανότητές του για να πετύχει το κακό
- άνθρωπος πανέξυπνος
Similar: σατανάς
Διάβολος²
Where it comes from
Διάβολος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Διάβολος · Διάβολου · Diavolos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: σατανάς
In English
- devil the devil: the chief devil
Talk about this word "διάβολος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. διάβολος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82 "διάβολος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διάβολος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}