διάδραση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διάδραση
Where it comes from
διάδραση < διά- + δράση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική interaction)
noun διάδραση · διαδράσεις · διάδρασης · διαδράσεων
- η αλληλεπιδραστική αμφίδρομη διαδικασία μεταξύ δύο ατόμων (ή ομάδων) ή μεταξύ ανθρώπων και (υπολογιστικών) μηχανών ※ Η εκπαιδευτική διαδικασία προϋποθέτει διάδραση. Ως διάδραση ορίζουμε το είδος δράσης που συντελείται όταν δύο ή περισσότερα άτομα δρουν, επηρεάζοντας το ένα το άλλο. Το κύριο χαρακτηριστικό της διάδρασης είναι η αμφίδρομη μορφή αυτής της σχέσης επιρροής μεταξύ των διαδρώντων ατόμων σε αντίθεση με
Similar: αλληλεπίδραση
Thesaurus
noun
Similar: αλληλεπίδραση
In English
- interaction situation or occurrence in which two or more objects or events act upon one anot
Talk about this word "διάδραση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διάδραση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7 "διάδραση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διάδραση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}