διάδρομος
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
διάδρομος
- ˈðʝa.ðɾo.mos
由来
διάδρομος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάδρομος (πέρασμα, διαδρομή, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου) < αρχαία ελληνική διάδρομος. Μορφολογικά, διά- + δρόμος
:* για τις σύγχρονες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική corridor, couloir.
名詞 διάδρομος · διάδρομοι · διαδρόμου · διαδρόμων · διάδρομο · διαδρόμους
- μακρόστενος χώρος σε κτήριο ή μεταφορικό μέσο στον οποίο έχουν πρόσβαση τα περισσότερα τα μέρη του ίδιου επιπέδου ※ Οι δύο κοχλιωτές κλίμακες, στην αρχική μορφή του κτιρίου, οδηγούσαν σε περιμετρικό διάδρομο εξωτερικά στη βάση του τρούλου και μέσω αυτού γινόταν η πρόσβαση στο δεύτερο περιμετρικό διάδρομο στην κορυφή του τρούλου, Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 70, μέρος 2, τεύχος 2, Υπουργείο Πολιτισμού, 2015, σελ
- το απλά διαμορφωμένο ή ειδικά στρωμένο δάπεδο σε αεροδρόμιο ή αλλού που χρησιμεύει για την προσγείωση και την απογείωση αεροπλάνων
- κάθε μία από τις σειρές που χωρίζονται με γραμμές και στις οποίες τρέχουν οι αθλητές
- μακρόστενο χαλί
- όργανο γυμναστικής που έχει ιμάντα κινούμενο με ρυθμιζόμενη ταχύτητα
英語で
この単語について話す "διάδρομος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. διάδρομος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82 "διάδρομος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {διάδρομος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}