διάλειμμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διάλειμμα
- ˈðʝa.li.ma
Where it comes from
διάλειμμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάλειμμα (παύση) (αρχαία σημασία: διάκενο, κενό) < διαλείπω + -μα < διά- + λείπω
noun διάλειμμα · διαλείμματα · διαλείμματος · διαλειμμάτων
- το μικρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο σταματά μια δραστηριότητα, συνήθως για να ξεκουραστούν οι συμμετέχοντες κάνε επιτέλους ένα διάλειμμα, είσαι στον υπολογιστή δέκα ώρες συνεχώς!
In English
Talk about this word "διάλειμμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. διάλειμμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1 "διάλειμμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διάλειμμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}