διάλεκτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διάλεκτος¹

  • ðiˈa.le.ktos
  • ˈði̯a.le.ktos

Sounds like διαλεκτός

Where it comes from

διάλεκτος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διάλεκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάλεκτος (κοινή γλώσσα) και σημασιολογικό δάνειο από την γαλλική dialecte, την αγγλική dialect και την γερμανική Dialekt. Μορφολογικά αναλύεται σε διά- + -λεκτος.

noun διάλεκτος · διάλεκτοι · διάλεκτου · διαλέκτου · διάλεκτων · διαλέκτων

  1. γλωσσολογία γλωσσική ποικιλία που ομιλείται από μεγάλο αριθμό ομιλητών και διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα, τόσο που οι διαφορές εμποδίζουν την κατανόηση από ομιλητές της γλώσσας που δεν προέρχονται από τη συγκεκριμένη περιοχή ※ Διαλέκτους θεωρούμε σήμερα την Ποντιακή (στην οποία συμπεριλαμβάνονται τα ελληνικά της Κριμαίας - Μαριούπολης), την Καππαδοκική, την Τσακωνική και την Κατωιταλική. Όλες τις άλλες κατά τόπους διαφοροποιήσεις της Κοινής Νεοελληνικής τις ονομάζουμε ιδιώματα. Ειδικά, το κρητικό και το κυπριακό ιδίωμα
  2. general, γενικότερα οι κατά τόπους μορφές μιας γλώσσας ※ Τις κατά τόπους μορφές της Νέας Ελληνικής γλώσσας τις ονομάζουμε κοινώς διαλέκτους, στη γλωσσική όμως επιστήμη γίνεται ειδικότερη διάκριση ανάμεσα σε διάλεκτο (όταν οι διαφορές της τοπικής γλωσσικής παραλλαγής από τη Κοινή Νεοελληνική είναι μεγάλες και τέτοιες που με δυσκολία παρακολουθεί το νόημα

Διάλεκτος²

Where it comes from

Διάλεκτος < διάλεκτος

proper noun Διάλεκτος · Διαλεκτού · Dialektos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • dialect particular variety of a language
  • language vocabulary of a particular field
  • vernacular language unique to a particular group of people

Talk about this word

Cite this
MLA

"διάλεκτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάλεκτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"διάλεκτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάλεκτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}