ميكوين

διάμετρος

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

διάμετρος

  • ˈði̯a.me.tɾos

من أين أتت

διάμετρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάμετρος < διά- + μέτρον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₁- (μετρώ)

اسم διάμετρος · διάμετροι · διάμετροι διάμετρες · διαμέτρου · διαμέτρων · διάμετρο

  1. γεωμετρία το ευθύγραμμο τμήμα που ενώνει δύο σημεία κύκλου (ή σφαίρας) και διέρχεται από το κέντρο του ※ Τα ηπατοκύτταρα αποτελούν την βασική δομική μονάδα του ήπατος. Έχουν σχήμα πολυέδρου με τουλάχιστο 6 και ίσως και παραπάνω γωνίες και η διάμετρός τους ποικίλει από 20 έως 30 μm.

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"διάμετρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάμετρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"διάμετρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάμετρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}