διάρκεια

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διάρκεια

  • ˈði̯aɾ.ci.a

Where it comes from

διάρκεια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάρκεια < αρχαία ελληνική διαρκής & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική durée

noun διάρκεια · διάρκειες · διάρκειας · διαρκείας · διαρκειών

  1. η χρονική συνέχεια κατά την οποία συντελείται κάτι ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (
  2. η έκταση ενός συνεχούς χρονικού διαστήματος Η ταινία έχει διάρκεια 93 λεπτά.
  3. διαρκείας (γενική): που έχει πολλή διάρκεια και δεν έχει ισχύ μόνο για μια φορά εισιτήριο διαρκείας
  4. γραμματική για τους χρόνους του ρήματος που δηλώνουν συνέχεια εξακολουθητικός χρόνος
  5. μουσική, για νότα ή παύση αξία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διάρκεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάρκεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"διάρκεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάρκεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}