ميكوين

διάσειση

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

διάσειση

  • ˈði̯a.si.si

من أين أتت

διάσειση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή + -ση < αρχαία ελληνική διασείω

اسم διάσειση · διασείσεις · διάσεισης · διασείσεων

  1. ιατρική η πρόσκαιρη διαταραχή της λειτουργίας του εγκεφάλου εξαιτίας χτυπήματος (ΔΦΑ : /ˈði̯a.si.si/) ελαφρά διάσειση, βαριά διάσειση, εγκεφαλική διάσειση

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"διάσειση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάσειση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B7

Chicago

"διάσειση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάσειση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}