διάταγμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διάταγμα

Where it comes from

διάταγμα < ελληνιστική διάταγμα

noun διάταγμα · διατάγματα · διατάγματος · διαταγμάτων

  1. ονομασία γραπτών εντολών, από υψηλά ιστάμενη αρχή της εκτελεστικής εξουσίας, που έχει και νομοθετικό χαρακτήρα ※ Ο Πάπας Φραγκίσκος υπέγραψε διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ένα δεύτερο θαύμα που αποδίδεται στη Μητέρα Τερέζα, ανοίγοντας το δρόμο για την αγιοποίηση το ερχόμενο έτος της γυναίκας που αφιέρωσε τη ζωή της στο να βοηθάει τους φτωχούς στην Ινδία και στον κόσμο, ανακοίνωσε την Παρασκευή το Βατικαν

In English

  • declaration (cricket) act, by the captain of a batting side, of declaring an innings closed
  • edict proclamation of law

Talk about this word

Cite this
MLA

"διάταγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάταγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"διάταγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάταγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}