διάτομο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διάτομο
- ˈði̯a.to.mo
Where it comes from
διάτομο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική diatomée, και συχνά στον πληθυντικό diatomées (διάτομα) < αρχαία ελληνική διάτομος (κομμένος στη μέση). Μορφολογικά αναλύεται σε διά- + -τομο, ουδέτερο του διάτομος. → δείτε τη λέξη τέμνω
noun διάτομο · διάτομα · διατόμου · διάτομου · διατόμων
- ένας από τους μονοκύτταρους ευκαρυωτικούς οργανισμούς (φύκη) που εμφανίζονται σε μεγάλες συγκεντρώσεις σε θαλάσσια οικοσυστήματα ή άλλα νερά ※ παρουσιάζονται τέσσερις διαφορετικοί μονοκύτταροι οργανισμοί, ένα κυανοβακτήριο, ένα πρωτόζωο, ένα διάτομο και ένα χλωρόφυτο
Talk about this word "διάτομο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. διάτομο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF "διάτομο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διάτομο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}