διάτρηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διάτρηση
Where it comes from
διάτρηση < αρχαία ελληνική διάτρησις
noun διάτρηση · διατρήσεις · διάτρησης · διατρήσεων
- σχηματισμός ή κατασκευή τρύπας που διαπερνά την πλευρά ενός σώματος Για την διάτρηση του νιπτήρα, ώστε να τοποθετηθεί στο κέντρο μπαταρία μονής οπής, θα χρειαστούμε ειδικό τρυπάνι υγρής διάτρησης με ψήγματα διαμαντιού, και η διάτρηση θα γίνει περιστροφικά και όχι κρουστικά, ειδάλλως θα σπάσει ο νιπτήρας.
- η ρήξη του συνεχούς στην επιφάνεια ενός οργάνου, ιστού κ.λπ. για διάφορους λόγους
- η δημιουργία μικρών τρυπών (με περφορατέρ ή αλλιώς) σε χαρτί ή σε άλλο παρόμοιο υλικό
In English
- perforation any opening in a solid object
Talk about this word "διάτρηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διάτρηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7 "διάτρηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διάτρηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}