διάτρητος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διάτρητος

  • ðiˈa.tɾi.tos

Where it comes from

διάτρητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάτρητος

adjective διάτρητος · διάτρητη · διάτρητο · διάτρητου · διάτρητης

  1. που έχει τρύπες, ο τρυπητός ※ Ἔλασμα λεπτόν ἐκ ξύλου ὀξείας συνήθως, πλάτους ἕως 0,10 τοῦ μέτρου κάμπτεται εἰς κύλινδρον μέ περίμετρον ἕως 0,40 μ. Αὐτό εἶναι ὁ κόθρος. Εἰς τό ἕν ἄνοιγμα τοῦ κόθρου τούτου τανύεται δέρμα λεῖον διάτρητον μὲ ὀπάς, δι ̓ ὧν μόνον ἄλευρον δύναται νὰ διαπεράσῃ καὶ μικροὶ κόκκοι σίτου (Δημήτρης Λουκόπο
  2. figuratively, μεταφορικά που έχει λογικά ή άλλου είδους κενά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διάτρητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάτρητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"διάτρητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάτρητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}