διάφραγμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διάφραγμα

  • ˈði̯a.fɾaɣ.ma

Where it comes from

διάφραγμα < αρχαία ελληνική διάφραγμα < διαφράσσω < φράσσω

noun διάφραγμα · διαφράγματα · διαφράγματος · διαφραγμάτων

  1. ανατομία λεπτή μεμβράνη που χωρίζει το θώρακα από την κοιλιά ή διαχωρίζει άλλα όργανα ρινικό διάφραγμα: ο χόνδρος που χωρίζει στα δύο τη ρινική κοιλότητα
  2. λεπτή μεμβράνη σε μηχανισμούς που διαχωρίζει τμήματά τους
  3. χημεία περατή ή ημιπερατή μεμβράνη σε χημικά πειράματα
  4. αντισυλληπτική συσκευή που τοποθετείται από τη γυναίκα στον κόλπο της πριν την σεξουαλική επαφή
  5. φωτογραφία το μέγεθος της οπής που ανοίγει μεταξύ φακού και αισθητήρα / φιλμ, για να περάσει το φως Με τόσο χαμηλό φωτισμό πρέπει να βάλεις το μεγαλύτερο διάφραγμα που επιτρέπει η φωτογραφική σου μηχανή.
  6. αρχιτεκτονική τοίχος που χωρίζει δύο χώρους

    Similar: μεσότοιχος

In English

  • septum (anatomy) wall separating two cavities
  • diaphragm anatomy: sheet of muscle separating thorax from abdomen
  • shutter part of a camera

Talk about this word

Cite this
MLA

"διάφραγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάφραγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"διάφραγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάφραγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}