διάφραγμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διάφραγμα
- ˈði̯a.fɾaɣ.ma
Where it comes from
διάφραγμα < αρχαία ελληνική διάφραγμα < διαφράσσω < φράσσω
noun διάφραγμα · διαφράγματα · διαφράγματος · διαφραγμάτων
- λεπτή μεμβράνη που χωρίζει το θώρακα από την κοιλιά ή διαχωρίζει άλλα όργανα ρινικό διάφραγμα: ο χόνδρος που χωρίζει στα δύο τη ρινική κοιλότητα
- λεπτή μεμβράνη σε μηχανισμούς που διαχωρίζει τμήματά τους
- περατή ή ημιπερατή μεμβράνη σε χημικά πειράματα
- αντισυλληπτική συσκευή που τοποθετείται από τη γυναίκα στον κόλπο της πριν την σεξουαλική επαφή
- το μέγεθος της οπής που ανοίγει μεταξύ φακού και αισθητήρα / φιλμ, για να περάσει το φως Με τόσο χαμηλό φωτισμό πρέπει να βάλεις το μεγαλύτερο διάφραγμα που επιτρέπει η φωτογραφική σου μηχανή.
-
τοίχος που χωρίζει δύο χώρους
Similar: μεσότοιχος
In English
Talk about this word "διάφραγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. διάφραγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1 "διάφραγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διάφραγμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}