διέλευση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διέλευση
- ðiˈe.lef.si
Where it comes from
διέλευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διέλευ(σις) < διελεύσομαι, μέλλοντας του διέρχομαι + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε δι- (διά) + έλευση
noun διέλευση · διελεύσεις · διέλευσης · διελεύσεων
- το να διέρχεται κάποιος από κάπου ※ Αλλά και στο δικαίωμα της ελευθεροπλοΐας υπάρχουν περιορισμοί: η αβλαβής διέλευση, που αποτελεί όρο εισόδου και διέλευσης ενός πλοίου τρίτου κράτους, υπόκειται στον έλεγχο του παράκτιου κράτους, το οποίο μπορεί να εμποδίσει ένα πλοίο να εισέλθει ή να διαπλεύσει την αιγιαλίτιδα, εάν ο πλους του δεν
In English
- passage part of a journey
Talk about this word "διέλευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διέλευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7 "διέλευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διέλευση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}