διαίσθηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαίσθηση
- ðiˈe.sθi.si
Where it comes from
διαίσθηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαίσθησις < αρχαία ελληνική διαισθάνομαι < (διά) δι- + αἰσθάνομαι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική)
noun διαίσθηση · διαισθήσεις · διαίσθησης · διαισθήσεων
- η αντίληψη και η γνώση κάποιων πραγμάτων, που δεν προκύπτει από τις αισθήσεις ή τη λογική αλλά με απροσδιόριστο τρόπο
Similar: έκτη αίσθηση
Thesaurus
noun
Similar: έκτη αίσθηση
In English
Talk about this word "διαίσθηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διαίσθηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7 "διαίσθηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαίσθηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}