διαβάθμιση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαβάθμιση
Where it comes from
διαβάθμιση < μαρτυρείται από το 1838 στην καθαρεύουσα (διαβάθμισις)< διαβαθμίζω + -σις, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική graduation)
noun διαβάθμιση · διαβαθμίσεις · διαβάθμισης · διαβαθμίσεων
- η κατάταξη σε μια σειρά σύμφωνα με κάποια κριτήρια ※ Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. Σε έναν άλλο ίσως δημιουργήσει απώθηση και η αμέσως παρακάτω ή πα
- κατηγοριοποίηση ως προς τον βαθμό του απορρήτου
Similar: βαθμοθέτηση, ταξινόμηση
Thesaurus
noun
Similar: βαθμοθέτηση, ταξινόμηση
Talk about this word "διαβάθμιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διαβάθμιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7 "διαβάθμιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαβάθμιση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}