διαβάτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαβάτης¹

Where it comes from

διαβάτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική διαβάτης

noun διαβάτης · διαβάτες · διαβάτη · διαβατών

  1. κάποιος που προχωρά με τα πόδια και περνά από έναν τόπο, ο περαστικός, ο οδοιπόρος ※ Διὰ νὰ σχηματίσητε ἰδέαν τοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ἡ ἀγωνομανία, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κάθε ἀπόγευμα περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἠμπορεῖ ὁ διαβάτης νὰ καμαρώση περὶ τὸν Πλάτανον τῆς Πλάκας καὶ τὸ φανάρι τοῦ Διογένους, ἐκτὸς τῶν παίδων καὶ νεανίσκων, καὶ ἀρκετὰ μεγάλα ἀγοροκόριτζα νὰ σηκώνουν

Διαβάτης²

Where it comes from

Διαβάτης < διαβάτης

proper noun Διαβάτης · Διαβάτηδες · Διαβάτη · Διαβάτηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαβάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαβάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"διαβάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαβάτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}