διαβιβάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαβιβάζω

  • ði̯a.viˈva.zo

Where it comes from

διαβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαβιβάζω < δια- + βιβάζω

verb διαβιβάζω · διαβίβασα · διαβιβάζομαι · διαβιβάστηκα

  1. στέλνω μήνυμα, έγγραφο, πληροφορίες σε κάποιον μέσω άλλου προσώπου, άλλης οργάνωσης (πχ. υπηρεσίας), κλπ. ο αξιωματικός διαβίβασε υπηρεσιακό έγγραφο προς τους αρμόδιους, ζητώντας να πάρουν τα εξής μέτρα...
  2. μεταδίδω πληροφορίες, μήνυμα κλπ. εκ μέρους κάποιου ο εκπρόσωπος της οργάνωσης διαβίβασε τους χαιρετισμούς του προέδρου της στο ακροατήριο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαβιβάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαβιβάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"διαβιβάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαβιβάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}