διαβόητος
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
διαβόητος
מאיפה זה בא
διαβόητος < ελληνιστική κοινή διαβόητος < αρχαία ελληνική βοάω / βοῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική notoire)
שם תואר διαβόητος · διαβόητη · διαβόητο · διαβόητου · διαβόητης
- πασίγνωστος (για κάτι αρνητικό) ο διαβόητος εγκληματίας Χ δραπέτευσε ξανά από τις φυλακές
באנגלית
לדבר על המילה הזו "διαβόητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. διαβόητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82 "διαβόητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {διαβόητος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}