διαγώνιος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαγώνιος

  • ði̯aˈɣo.ni.os

Where it comes from

διαγώνιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαγώνιος < → δείτε δια- + γωνία

adjective διαγώνιος · διαγώνια · διαγώνιο

  1. που ξεκινά από μια γωνία και καταλήγει σε μια άλλη, μη διαδοχική
  2. λοξός, όχι παράλληλος με μία από τις γραμμές που σχηματίζουν το πλαίσιο ενός αντικειμένου· ούτε οριζόντιος ούτε κατακόρυφος το πουκάμισο είχε διαγώνιες μπλε και άσπρες ρίγες

noun διαγώνιος · διαγώνιοι · διαγώνιοι διαγώνιες · διαγωνίου · διαγωνίων

  1. γεωμετρία το ευθύγραμμο τμήμα που ξεκινά από μια γωνία ενός πολυγώνου και καταλήγει σε μια άλλη, μη διαδοχική

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαγώνιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαγώνιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"διαγώνιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαγώνιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}