διαδοχικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαδοχικός

  • ði̯a.ðo.çiˈkos

Where it comes from

διαδοχικός < διαδοχ(ή) + ικός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική successif. Διαφορετικό το όψιμο ελληνιστικό ή μεσαιωνικό διαδοχικός

adjective διαδοχικός · διαδοχική · διαδοχικό · διαδοχικού · διαδοχικής

  1. για μια σειρά στοιχείων (πραγμάτων, ενεργειών, καταστάσεων) όπου το ένα ακολουθεί, διαδέχεται το άλλο
  2. dated, παρωχημένο ο σχετικός με τον διάδοχο μοναρχίας ※ Ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα ληφθέντα ἀπὸ τὸ Σεράγεβον ἀγγέλλουν τὴν δολοφονίαν τοῦ 'Διαδοχικοῦ ζεύγους τῆς Αὐστροουγγαρίας καθ' ἣν στιγμὴν μετέβαινε ἐφ’ ἁμάξης εἰς τὸ Δημαρχεῖον. — εφημερίδα «Ακρόπολις» φύλλο 10615, 16/29 Ιουνίου 1914, σελ. 6

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαδοχικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαδοχικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"διαδοχικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαδοχικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}