διαιτητής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαιτητής

  • ði̯e.tiˈtis

Where it comes from

διαιτητής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαιτητής (κριτής που επιλύει διαφορές) < διαιτάω (κρίνω)

: για τον αθλητισμό < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική umpire & από τη γαλλική arbitre

noun διαιτητής · διαιτητές · διαιτητή · διαιτητών

  1. αθλητισμός, επάγγελμα αυτός που επιτηρεί και ρυθμίζει τη διεξαγωγή ενός παιχνιδιού ή ενός αγώνα, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν εκ των προτέρων τεθεί
  2. νομικός όρος ο μεσολαβητής μεταξύ δύο διαδίκων για μια υπόθεσή τους
  3. broadly, κατ’ επέκταση, επάγγελμα ο μεσολαβητής μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών για μια υπόθεσή τους

In English

  • referee sport: umpire, judge of a game
  • umpire an official who oversees a game or match
  • arbitrator person who settles or judges

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαιτητής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαιτητής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"διαιτητής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαιτητής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}