διακριτικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διακριτικό
- ði̯a.kɾi.tiˈko
Where it comes from
διακριτικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διακριτικός
noun διακριτικό · διακριτικά · διακριτικού · διακριτικών
- γνώρισμα ή σημάδι που χαρακτηρίζει ή διαφοροποιεί
- διακριτικό σημάδι στη γραφή όπως τόνος, πνεύμα, σημάδι προσωδίας παραδειγματα
adjective διακριτικό · διακριτικά · διακριτικού · διακριτικών
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του διακριτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διακριτικός
Talk about this word "διακριτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. διακριτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "διακριτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διακριτικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}