διακριτικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διακριτικό

  • ði̯a.kɾi.tiˈko

Where it comes from

διακριτικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διακριτικός

noun διακριτικό · διακριτικά · διακριτικού · διακριτικών

  1. γνώρισμα ή σημάδι που χαρακτηρίζει ή διαφοροποιεί
  2. διακριτικό σημάδι στη γραφή όπως τόνος, πνεύμα, σημάδι προσωδίας παραδειγματα

adjective διακριτικό · διακριτικά · διακριτικού · διακριτικών

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του διακριτικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διακριτικός

Talk about this word

Cite this
MLA

"διακριτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διακριτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"διακριτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διακριτικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}