διακόσμηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διακόσμηση

Where it comes from

διακόσμηση < διακοσμώ + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décoration)

noun διακόσμηση · διακοσμήσεις · διακόσμησης · διακοσμήσεων

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακοσμώ ※ Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διακόσμηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διακόσμηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"διακόσμηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διακόσμηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}