διαλεκτικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαλεκτικός
- ði̯a.le.ktiˈkos
Where it comes from
διαλεκτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαλεκτικός
:* για τη φιλοσοφία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dialectique)
:* για τη γλωσσολογία < διάλεκτ(ος) + -ικός
adjective διαλεκτικός · διαλεκτική · διαλεκτικό · διαλεκτικού · διαλεκτικής
- που σχετίζεται με τη διαλεκτική ή έχει τα χαρακτηριστικά της
- που σχετίζεται με τη διάλεκτο ή την τοπολαλιά
Talk about this word "διαλεκτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. διαλεκτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "διαλεκτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαλεκτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}